Το βουνό που γέννησε την ACG
Το 1978, το K2 είχε ήδη χτίσει τη φήμη του. Ήταν γνωστό με την ονομασία το "Άγριο Βουνό". Η κορυφή του είναι στα 8.611 μέτρα, δηλαδή είναι μόλις 237 μέτρα χαμηλότερο από το Έβερεστ, ωστόσο, το θέμα δεν ήταν ποτέ το ύψος του. Το K2 είναι πιο απότομο, έχει μεγαλύτερες τεχνικές δυσκολίες, είναι πιο δύσκολο στην κατάβαση και δεν αφήνει πολλά περιθώρια για λάθος χειρισμούς. Οι περίοδοι με καλές καιρικές συνθήκες είναι σπάνιες. Ο βαθμός επικινδυνότητας είναι ακραίος. Το ένα λάθος οδηγεί στο άλλο γρήγορα. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '70, το βουνό είχε στιγματιστεί από μια σκληρή πραγματικότητα: περίπου ένας στους τέσσερις ορειβάτες που προσπαθούσε να φτάσει στα πιο ψηλά σημεία του δεν κατάφερνε να επιβιώσει.

Μέχρι το 1978, μόνο δύο άτομα στην ιστορία είχαν πατήσει στην κορυφή του K2. Και οι δύο αναβάτες χρειάστηκαν μπουκάλες οξυγόνου. Δεν είχε εμφανιστεί κανείς παράτολμος να αποδείξει ότι η αναρρίχηση στο βουνό ήταν εφικτή χωρίς αυτές. Και όμως, αυτό ακριβώς ήταν το πλάνο.
Μια αμερικανική αποστολή ξεκίνησε με σκοπό να επιχειρήσει κάτι που μέχρι τότε πολλοί πίστευαν ότι φλέρταρε με τα όρια του ανέφικτου: να φτάσει κανείς στην κορυφή του K2 χωρίς οξυγόνο. Σε μια εποχή κατά την οποία το οξυγόνο θεωρούνταν υποχρεωτικό πάνω από τα 8.000 μέτρα, η επιλογή να μην χρησιμοποιηθεί δεν ήταν απλώς τολμηρή: ήταν παράλογη.
Η αναπνοή στο βουνό δυσκολεύει. Αυτό που ήταν, όμως, ακόμα πιο δύσκολο ήταν να βρουν οικονομικούς πόρους.
Για να χρηματοδοτηθεί η αποστολή, ο επικεφαλής της, Jim Whittaker, και η σύζυγός του, Dianne Roberts, η οποία τύχαινε να είναι και εξαιρετική φωτορεπόρτερ, επικοινώνησαν με κάθε πιθανό χορηγό, τηλεφωνώντας εν ψυχρώ σε επωνυμίες για να λάβουν στήριξη. Η Roberts τους έδινε μια απλή υπόσχεση: θα υπάρξουν ντοκουμέντα. Σε αντάλλαγμα για τις οικονομικές παροχές, θα φωτογράφιζε τα προϊόντα των χορηγών στο βουνό.

Τότε, η Nike ήταν ακόμα μια νεοσύστατη εταιρεία: σε ανοδική πορεία εξέλιξης, αλλά σε καμία περίπτωση με άνεση χρημάτων. Δεν μπορούσε να συνεισφέρει κάποια αξιόλογη οικονομική βοήθεια, αλλά αυτό που μπορούσε να προσφέρει ήταν το αποφασιστικό πνεύμα και τα προϊόντα της. Εφοδίασε κάθε μέλος της αποστολής, συμπεριλαμβανομένων των ορειβατών John Roskelley και Rick Ridgeway, με ένα ζευγάρι από το πιο πρόσφατο παπούτσι της για τρέξιμο υψηλών επιδόσεων: το Nike LDV. Σε εκείνη τη χρονική στιγμή, κανείς δεν είχε φανταστεί ότι αυτό το παπούτσι όχι μόνο θα έπαιζε καταλυτικό ρόλο στην ιστορία της ορειβασίας, αλλά θα έδινε και το έναυσμα για έναν νέο τρόπο δημιουργίας καινοτομιών για το φυσικό περιβάλλον.
Υπήρχε χρόνος ακόμα για την κορυφή. Πρώτα, έπρεπε να γίνει η διαδρομή μέχρι το K2.
Η πεζοπορία προσέγγισης για την κατασκήνωση βάσης εκτεινόταν σε απόσταση 209 χιλιομέτρων σε απαιτητικό έδαφος: μονοπάτια με χαλίκια, παγετωνικά πεδία, ασταθή βραχώδη περάσματα και μεγάλα κομμάτια διαδρομής χωρίς κανένα μονοπάτι. Δεν ήταν προθέρμανση, ήταν μια δοκιμή με τα όλα της, που απαιτούσε αντοχή, πείσμα και μια διαισθητική αντίληψη της φύσης, πολύ πριν ξεκινήσει η πραγματική αναρρίχηση.

Και χάρη στη Nike, το πλήρωμα του 1978 είχε κάτι διαφορετικό στα σακίδιά του. Αφήνοντας στην άκρη τα κλασικά βαριά δερμάτινα μποτάκια, η ομάδα χάραξε τον δικό της δρόμο, ολοκληρώνοντας όλη την πεζοπορία προσέγγισης για την τεχνική αναρρίχηση με το LDV.
Το LDV είχε αρχικά σχεδιαστεί για τρέξιμο. Η πλήρης ονομασία του είναι Long Distance Vector και αποτελεί μια εξέλιξη της εξωτερικής σόλας με το waffle μοτίβο που είχε σχεδιαστεί από τον Bill Bowerman της Nike και είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά με το Waffle Trainer του 1974. Ωστόσο, η καινοτομία προχωρούσε ακόμα πιο βαθιά. Το ίσιο καλούπι του LDV, το οποίο είχε αρχικά σχεδιαστεί για να προστατεύει τους δρομείς αυξάνοντας τη σταθερότητα και τον έλεγχο της κίνησης, αποτελούσε την ιδανική πλατφόρμα για τους αθλητές που διέσχιζαν την περιοχή με τις πιο αντίξοες συνθήκες στον κόσμο.
Και χάρη στη Nike, το πλήρωμα του 1978 είχε κάτι διαφορετικό στα σακίδιά του. Αφήνοντας στην άκρη τα κλασικά βαριά δερμάτινα μποτάκια, πολλά μέλη της ομάδας χάραξαν τον δικό τους δρόμο, ολοκληρώνοντας όλη την πεζοπορία προσέγγισης για την τεχνική αναρρίχηση με το LDV.
Το LDV είχε αρχικά σχεδιαστεί για τρέξιμο. Η πλήρης ονομασία του είναι Long Distance Vector και αποτελεί μια εξέλιξη της εξωτερικής σόλας με το waffle μοτίβο που είχε σχεδιαστεί από τον Bill Bowerman της Nike και είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά με το Waffle Trainer του 1974. Ωστόσο, η καινοτομία προχωρούσε ακόμα πιο βαθιά. Το ίσιο καλούπι του LDV, το οποίο είχε αρχικά σχεδιαστεί για να προστατεύει τους δρομείς αυξάνοντας τη σταθερότητα και τον έλεγχο της κίνησης, αποτελούσε την ιδανική πλατφόρμα για τους αθλητές που διέσχιζαν την περιοχή με τις πιο αντίξοες συνθήκες στον κόσμο.
Κατά την πορεία προσέγγισης στο K2, τα πλεονεκτήματα του LDV έγιναν φανερά. Εκείνα τα χρόνια, οι περισσότεροι ορειβάτες ξεκινούσαν τις αναβάσεις τους με "τούβλα στα πόδια τους", όπως αναφέρει ο Nike Running Historian, Rick Lower. Αυτό σημαίνει ότι τα μποτάκια ήταν βαριά με άκαμπτες εξωτερικές σόλες, υπήρχε ελάχιστη ή και καθόλου ενδιάμεση σόλα και σχεδόν κανένα περιθώριο ευελιξίας. Το LDV έφερε την επανάσταση στα πράγματα. Είχε σχεδόν το μισό βάρος από ένα κλασικό παπούτσι πεζοπορίας και έδινε ίση, αν όχι καλύτερη, πρόσφυση. Παράλληλα, μείωνε δραματικά το κόστος ενέργειας σε κάθε βήμα. Με γνώμονα την πεποίθηση του Bowerman ότι το βάρος γίνεται όλο και μεγαλύτερο με την απόσταση, η ανάλαφρη κατασκευή
του LDV μεταφραζόταν σε λιγότερο κόπο, κάψιμο λιγότερων θερμίδων και περισσότερη αποδοτικότητα στις μεγάλες αποστάσεις. Η εξωτερική σόλα σε waffle μοτίβο έφερε ένα επίπεδο συμβατότητας και βηματισμού το οποίο ήταν άγνωστο στους πεζοπόρους. Το LDV έδωσε στους ορειβάτες του K2 τη δυνατότητα να κινούνται αποτελεσματικά σε εδάφη με ρωγμές, πηδώντας πάνω από πέτρες και πατώντας επάνω σε πετραδάκια και άλλα υλικά χωρίς την κόπωση που συσσωρεύεται σιγά-σιγά όταν χρησιμοποιούνται κλασικά μποτάκια.

"Αυτός είναι ο λόγος για το οποίο το φορέσαμε στην ανάβαση και την επιστροφή", είπε αργότερα ο Rick Ridgeway.
"Ήταν απλώς πιο εύκαμπτο και πιο άνετο. Μπορούσες να πηδήξεις από βράχο σε βράχο. Ανέπνεε καλύτερα. Κατά την άποψή μου, ήταν λειτουργικά ανώτερο σε σχέση με το πιο άκαμπτο κλασικό παπούτσι πεζοπορίας".
Όταν η ομάδα έφτασε στην κατασκήνωση βάσης, τα LDV είχαν ταλαιπωρηθεί. Όμως, οι ορειβάτες ήταν εκεί με κάτι πολύ πιο σημαντικό: ξεκούραστα πόδια για τη συνέχεια της πορείας τους. Αυτό που ακολούθησε ήταν σχεδόν δέκα εβδομάδες επιβίωσης.
Οι θύελλες κράτησαν την ομάδα καθηλωμένη. Οι χιονοστιβάδες αναδιαμόρφωσαν τις διαδρομές. Όσο ανέβαινε το υψόμετρο, το ίδιο συνέβαινε με την κόπωση και τις εντάσεις.
Το μόνο πράγμα που κρατούσε ζωντανή την προσπάθεια ήταν η νοοτροπία της ομάδας. Κάποιοι κουβαλούσαν εξαιρετικά βαριά φορτία, ενώ άλλοι θυσίασαν τη δική τους ευκαιρία για να μπορέσουν άλλα άτομα να γευτούν τη δόξα. Η επιτυχημένη έκβαση βασιζόταν όχι στις ατομικές δυνάμεις, αλλά στη συλλογική δέσμευση.
Μετά από 68 μέρες στο βουνό, πέντε μέρες στη "ζώνη του θανάτου" χωρίς μπουκάλες οξυγόνου, οι Jim Wickwire και Louis Reichardt έφτασαν πρώτοι στην κορυφή. Την επόμενη μέρα, οι Roskelley και Ridgeway πάτησαν στην κορυφή του Άγριου Βουνού και έγιναν οι πρώτοι άνθρωποι στην ιστορία που έκαναν αυτό το κατόρθωμα χωρίς τη βοήθεια οξυγόνου.
Το αξιοθαύμαστο είναι ότι, χάρη κυρίως στην ανιδιοτελή προσπάθεια της ομάδας, όλα τα μέλη της αποστολής επιβίωσαν.
Κατά την πορεία προσέγγισης στο K2, τα πλεονεκτήματα του LDV έγιναν φανερά. Εκείνα τα χρόνια, οι περισσότεροι ορειβάτες ξεκινούσαν τις αναβάσεις τους με "τούβλα στα πόδια τους", όπως αναφέρει ο Nike Running Historian, Rick Lower. Αυτό σημαίνει ότι τα μποτάκια ήταν βαριά με άκαμπτες εξωτερικές σόλες, υπήρχε ελάχιστη ή και καθόλου ενδιάμεση σόλα και σχεδόν κανένα περιθώριο ευελιξίας. Το LDV έφερε την επανάσταση στα πράγματα. Είχε σχεδόν το μισό βάρος από ένα κλασικό παπούτσι πεζοπορίας και έδινε ίση, αν όχι καλύτερη, πρόσφυση. Παράλληλα, μείωνε δραματικά το κόστος ενέργειας σε κάθε βήμα. Με γνώμονα την πεποίθηση του Bowerman ότι το βάρος γίνεται όλο και μεγαλύτερο με την απόσταση, η ανάλαφρη κατασκευή του LDV μεταφραζόταν σε λιγότερο κόπο, κάψιμο λιγότερων θερμίδων και περισσότερη αποδοτικότητα στις μεγάλες αποστάσεις. Η εξωτερική σόλα σε waffle μοτίβο έφερε ένα επίπεδο συμβατότητας και βηματισμού το οποίο ήταν άγνωστο στους πεζοπόρους. Το LDV έδωσε στους ορειβάτες του K2 τη δυνατότητα να κινούνται αποτελεσματικά σε εδάφη με ρωγμές, πηδώντας πάνω από πέτρες και πατώντας επάνω σε πετραδάκια και άλλα υλικά χωρίς την κόπωση που συσσωρεύεται σιγά-σιγά όταν χρησιμοποιούνται κλασικά μποτάκια.
"Αυτός είναι ο λόγος για το οποίο το φορέσαμε στην ανάβαση και την επιστροφή", είπε αργότερα ο Rick Ridgeway.
"Ήταν απλώς πιο εύκαμπτο και πιο άνετο. Μπορούσες να πηδήξεις από βράχο σε βράχο. Ανέπνεε καλύτερα. Κατά την άποψή μου, ήταν λειτουργικά ανώτερο σε σχέση με το πιο άκαμπτο κλασικό παπούτσι πεζοπορίας".
Όταν η ομάδα έφτασε στην κατασκήνωση βάσης, τα LDV είχαν ταλαιπωρηθεί. Όμως, οι ορειβάτες ήταν εκεί με κάτι πολύ πιο σημαντικό: ξεκούραστα πόδια για τη συνέχεια της πορείας τους.
Αυτό που ακολούθησε ήταν σχεδόν δέκα εβδομάδες επιβίωσης.
Οι θύελλες κράτησαν την ομάδα καθηλωμένη. Οι χιονοστιβάδες αναδιαμόρφωσαν τις διαδρομές. Όσο ανέβαινε το υψόμετρο, το ίδιο συνέβαινε με την κόπωση και τις εντάσεις.

Μετά από πολλές εβδομάδες σε μεγάλο υψόμετρο, οι Roskelley και Ridgeway κατέβηκαν σε χαμηλότερα επίπεδα και έβαλαν ξανά το LDV για τον δρόμο προς την έξοδο από το βουνό. Τα παπούτσια είχαν διαλυθεί, ήταν πια κολλημένα με ταινία και κόλλα. Όμως, τους συντρόφευσαν σε όλη τη διαδρομή μέχρι τους πρόποδες του βουνού.
Στη διάρκεια αυτής της διαδρομής που είχαν εξαντληθεί οι δυνάμεις τους, κατάκοποι, ενθουσιασμένοι και ζωντανοί, ξεκίνησαν να μιλάνε για αυτό το θέμα.
Πώς θα ήταν τα πράγματα αν υπήρχε ένα παπούτσι ειδικά για αυτή τη δραστηριότητα; Αρκετά ανάλαφρο για τις μεγάλες πεζοπορίες προσέγγισης. Αρκετά εύκαμπτο για απροσδόκητους τύπους εδάφους. Αρκετά αεριζόμενο για να υποστηρίξει την προσπάθεια που καταβάλλεται σε μεγάλη απόσταση. Κατασκευασμένο όχι μόνο για την κορυφή, αλλά για κάθε αναπάντεχη στιγμή που θα έπρεπε να αντιμετωπίσει κανείς για να φτάσει εκεί.
Το μόνο πράγμα που κρατούσε ζωντανή την προσπάθεια ήταν η νοοτροπία της ομάδας. Κάποιοι κουβαλούσαν εξαιρετικά βαριά φορτία, ενώ άλλοι θυσίασαν τη δική τους ευκαιρία για να μπορέσουν άλλα άτομα να γευτούν τη δόξα. Η επιτυχημένη έκβαση βασιζόταν όχι στις ατομικές δυνάμεις, αλλά στη συλλογική δέσμευση.
Μετά από 68 μέρες στο βουνό, πέντε μέρες στη "ζώνη του θανάτου" χωρίς μπουκάλες οξυγόνου, οι Jim Wickwire και Louis Reichardt έφτασαν πρώτοι στην κορυφή. Την επόμενη μέρα, οι Roskelley και Ridgeway πάτησαν στην κορυφή του Άγριου Βουνού και έγιναν οι πρώτοι άνθρωποι που έκαναν αυτό το κατόρθωμα χωρίς τη βοήθεια οξυγόνου.
Το αξιοθαύμαστο είναι ότι, χάρη κυρίως στην ανιδιοτελή προσπάθεια της ομάδας, όλα τα μέλη της αποστολής επιβίωσαν.
Όταν επέστρεψαν στην πατρίδα τους, οι Roskelley και Ridgeway έστειλαν τα κατεστραμμένα LDV τους στη Nike, μαζί με λεπτομερείς προτάσεις για το πώς θα μπορούσε να προσαρμοστεί το παπούτσι, ώστε να γίνει ένα πραγματικό μοντέλο για πεζοπορία.
Τα σχόλια που είχαν προκύψει από δοκιμασμένη χρήση και σε πραγματικές συνθήκες οδήγησαν στην άντληση αληθινών πληροφοριών για τις επιδόσεις. Αυτό που ξεκίνησε ως ένα παπούτσι για τρέξιμο που προσαρμόστηκε από τους αθλητές στην άγρια φύση έγινε πηγή έμπνευσης για μια εξ ολοκλήρου νέα προσέγγιση των επιδόσεων στο φυσικό περιβάλλον, διαμορφώνοντας τελικά την κατηγορία All Conditions Gear. Ανάλαφρη κατασκευή. Αεριζόμενα υλικά. Ευκαμψία και όχι ακαμψία. Αντικραδασμική προστασία που έχει σχεδιαστεί για να αντέχει σε χρήση μεγάλης διάρκειας.
Το LDV δεν ανέβηκε ποτέ το K2. Δεν ήταν, άλλωστε, αυτός ο προορισμός του.
Αυτό που κατάφερε, όμως, ήταν να φτάσουν έτοιμοι. Να αποχωρήσουν ζωντανοί. Να φανταστούν ένα καλύτερο προϊόν για όλους τους παράτολμους που θέλουν να αναμετρηθούν με τη Μητέρα Φύση.
Μια τυχαία δωρεά. Το καλύτερο παπούτσι για τρέξιμο στην αγορά. Ένα βουνό που ζητούσε
τα πάντα. Αυτή ήταν η στιγμή που η Nike βρέθηκε κατά μέτωπο με τη φύση: όχι ως επωνυμία, αλλά ως πεδίο δοκιμών. Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, σχεδόν πενήντα χρόνια αργότερα, η παρακαταθήκη του LDV έχει ακόμα μεγάλη βαρύτητα.
Γιατί όσο πιο παράτολμος είναι ο αθλητής, τόσο μεγαλύτερες οι πιθανότητες να αφήσει ιστορία.
Και πριν από την ACG, ήταν το K2.
Άραγε, η αμερικανική αποστολή του 1978 θα είχε φτάσει στην κορυφή χωρίς το LDV;
Ενδεχομένως δεν θα το μάθουμε ποτέ.

Όταν επέστρεψαν στην πατρίδα τους, οι Roskelley και Ridgeway έστειλαν τα κατεστραμμένα LDV τους στη Nike, μαζί με λεπτομερείς προτάσεις για το πώς θα μπορούσε να προσαρμοστεί το παπούτσι, ώστε να γίνει ένα πραγματικό μοντέλο για πεζοπορία.
Τα σχόλια που είχαν προκύψει από δοκιμασμένη χρήση και σε πραγματικές συνθήκες οδήγησαν στην άντληση αληθινών πληροφοριών για τις επιδόσεις. Αυτό που ξεκίνησε ως ένα παπούτσι για τρέξιμο που προσαρμόστηκε από τους αθλητές στην άγρια φύση έγινε πηγή έμπνευσης για μια εξ ολοκλήρου νέα προσέγγιση των επιδόσεων στο φυσικό περιβάλλον, διαμορφώνοντας τελικά την κατηγορία All Conditions Gear. Ανάλαφρη κατασκευή. Αεριζόμενα υλικά. Ευκαμψία και όχι ακαμψία. Αντικραδασμική προστασία που έχει σχεδιαστεί για να αντέχει σε χρήση μεγάλης διάρκειας.
Το LDV δεν ανέβηκε ποτέ το K2. Δεν ήταν, άλλωστε, αυτός ο προορισμός του.
Αυτό που κατάφερε, όμως, ήταν να φτάσουν έτοιμοι. Να αποχωρήσουν ζωντανοί. Να φανταστούν ένα καλύτερο προϊόν για όλους τους παράτολμους που θέλουν να αναμετρηθούν με τη Μητέρα Φύση.
Μια τυχαία δωρεά. Το καλύτερο παπούτσι για τρέξιμο στην αγορά. Ένα βουνό που ζητούσε τα πάντα. Αυτή ήταν η στιγμή που η Nike βρέθηκε κατά μέτωπο με τη φύση: όχι ως επωνυμία, αλλά ως πεδίο δοκιμών. Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, σχεδόν πενήντα χρόνια αργότερα, η παρακαταθήκη του LDV έχει ακόμα μεγάλη βαρύτητα.
Γιατί όσο πιο παράτολμος είναι ο αθλητής, τόσο μεγαλύτερες οι πιθανότητες να αφήσει ιστορία.
Και πριν από την ACG, ήταν το K2.
Άραγε, η αμερικανική αποστολή του 1978 θα είχε φτάσει στην κορυφή χωρίς το LDV;
Ενδεχομένως δεν θα το μάθουμε ποτέ.
Ιδιαίτερες ευχαριστίες στην Dianne Roberts, η οποία παραχώρησε τις φωτογραφίες που τράβηξε κατά τη διάρκεια της αποστολής.
